31 Μαΐου 2007

Η Ντελησυφέρω












Η Ντελησυφέρω



ΠΩΣ ΕΒΙΑΣΘΗ κ' εσήμαινε τόσον ενωρίς, ο παπα-Mανωλής ο Σιρέτης, την ακολουθίαν των Χριστουγέννων; 'Η ύπνον δεν θα είχε, ή τ' ωρολόγι του είχε σταματήσει, ή το ξυπνητήρι του τον εγέλασε. Άλλες χρονιές η καμπάνα εβαρούσε τέσσερες ώρες να φέξη, τώρα εχτύπησε βαθιά τα μεσάνυχτα.


Κ' η θεια-Μαριώ η Χρήσταινα, η κοινώς λεγομένη Ντελησυφέρω, μόλις είχε κλείσει τ' όμμα εις ελαφρόν ύπνον, καί αμέσως την εξύπνησε των κωδώνων η χαρμόσυνος κλαγγή. Κι αυτή οπού τις άλλες χρονιές ήτον επί ποδός μίαν ώραν αρχύτερα, πριν σημάνη, στολισμένη κ' έτοιμη, δια να πάη με την ώραν της να πιάση και το στασίδι της, εις το διαμέρισμα των ηλικιωμένων γυναικών -το οποίον ευρίσκετο χωριστά από τον ανώγειον γυναικωνίτην, εις το επίπεδον του ναού, κατά την βορειοδυτικήν γωνίαν-, τώρα μόλις θα πρόφθανε να ενδυθή και να ετοιμασθή και θα έτρεχε με βίαν, μήπως προλάβη καμμία άλλη, από εκείνας που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν δύο φορές τον χρόνον, δια να δείξουν τα στολίδία τους, και της πάρη με αδιακρισίαν το στασίδι της.


Εσηκώθη, ενδύθη κ' εστολίσθη, κ' εφόρεσε την μακράν μεταξωτήν μανδήλαν της, εσήκωσε τον μικρόν εγγονόν της, τον ένιψε, τον εστόλισε, άφησε την νύμφην της, την χήραν, να κοιμάται μαζί με το μικρόν κοράσιόν της, άναψε το φαναράκι της κ' εξήλθε, συνοδευομένη από τον εγγονόν της. Κ' είχε δίκαιον να ανησυχή δια το στασίδι, διότι οι περισσότερες, οι τωρινές, είναι βιλάνες, σούσες-μαρούσες, αναφάνταλες, αστάνευτες. Δεν ξέρει καθεμιά την αράδα της. Αυτή, δια να ξέρη καλά την δική της και να προσπαθή με πάντα τρόπον να την φυλάξη, της έβγαλαν κι αυτό το παρεγκώμι, και την είπαν Ντελησυφέρω.


Οι τωρινές, ενόμιζαν τάχα πως ήτον «ντελήδισσα για το συμφέρο της» και δεν ενθυμούντο πλέον τα παραμύθια της κυρούλας τους: «Κίνησ' ο βασιλιάς να πάη στο σεφέρι», οπού θα πη εκστρατεία, πόλεμος. Και τω όντι, με το ν' αγαπά τον πόλεμον η θεια-Μαριώ η Χρήσταινα, απεδεικνύετο, χωρίς να το ηξεύρη συμφωνοτάτη με τον παλαιόν, όστις είπε:


«Πόλεμος πάντων πατήρ». Πόλεμον εις όλην την γυναικείαν σφαίράν της, πόλεμον καί εις την δικαιοδοσίαν την ανδρικήν ακόμη, όπου εχρειάσθη να έχη μέγα φρόνημα και θάρρος π Χρήσταινα, χηρεύουσα νέα, αναγκασμένη να είναι και πατέρας και μάννα δια τα ορφανά της. Έπειτα, όταν ο υιός της απέθανε και της άφησε δευτέραν ορφάνια, και πάππος και μάμμη δια τα εγγόνια της. Πόλεμον εις την οικίαν δια να επιβάλλη την πειθαρχίαν εις τα τέκνα της ή εις την νύμφην της, ή εις τα τέκνα των τέκνων της, πόλεμον εις την αυλήν και εις τον δρόμον δια να σωφρονίση την γειτόνισσαν ήτις την ενωχλούσε - πόλεμον εις τον φούρνον δια τα ψωμιά, πόλεμον εις τον ελαιώνα, με τους κακούς γείτονας. πόλεμον εις την αγοράν με τους αισχροκερδείς καπήλους και τοκογλύφους, πόλεμον εις τα δημόσια γραφεία και τ' αρχεία με τους καταπιεστάς υπαλλήλους και εισπράκτορας. πόλεμον εις την εκκλησίαν δια το στασίδι και δια την «αράδα της».


Ητον υψηλή, ισχνή, μελαψή και ρωμαλέα. Άνδρας εις την ζωήν της θα είχε δείρει, κατά καιρούς, πέντε ή εξ. ένα πλεονέκτην γείτονα εις τα κτήματά της, ένα μικρέμπορον οπού της «επανώγραφε» τα ολίγα βερεσέδια της, ένα νέον χωροφύλακα, κ' ένα εισπράκτορα του δημοσίου, οπού της εζήτει, καθώς ισχυρίζετο αυτή, δύο φορές τον ίδιον φόρον. Γυναίκες είχε δείρει παραπολλάς εις τον φούρνον και εις ένα αυλόγυρον, όπου άπλωναν τα πλυμένα ρούχα, και εις την εξοχήν, κι αλλού, και μίαν εις την εκκλησίαν. Ευτυχώς, αυτήν την φοράν, εκείνη ήτις είχε τολμήσει να της πάρη το στασίδι της -πρέπει να ήτον πολύ άπειρος, διότι άλλως δεν θα ετόλμα να τα βάλη με την Ντελησυφέρω- ίσως διότι το έκαμεν εξ αγνοίας, εφάνη λίαν ενδοτική. άμα είδε την γραίαν, με την μακράν μεταξωτήν μανδήλαν, και το βλοσυρόν βλέμμα, να επέρχεται, ως θύελλα, κατ' ευθείαν προς αυτήν (μία γείτων κάτι της εψιθύρισεν εις το ωτίον), εξήλθε και παρεχώρησε την θέσιν.


- Έλα, θεια-Μαργώ, είπεν. εγώ δεν το 'ξευρα, πλιο, πως ήτον δικό σου το στασίδι. Και το επεισόδιον έληξε μετ' ολίγους ψιθυρισμούς. Δεν συνέβη, την χρονιάν εκείνην, ούτε δάρσιμον, ούτε μαλλιοτράβηγμα εις το διαμέρισμα των γηραιών γυναικών .


Eις την αντικρινήν, την νοτιοδυτικήν γωνίαν του ναού, εφαίνοντο μερικά πρόσωπα ανδρών να μειδιούν, και άλλοι να μορφάζουν. Κάτι άλλο συνέβαινε. Δύο παράξενοι γέροι, ο Νταραδήμος, και ο καπετάν Γιώργος ο Κονόμος, είχον την μανίαν, ο μεν πρώτος ν' απαγγέλλη, με φωνήν αρκούντως ακουστήν, πριν να τα είπη ακόμη ο παπάς ή ο ψάλτης ή ο διαβαστής, πότε ως να εβοήθει τον ψάλτην μακρόθεν, όλα τα μέρη της ακολουθίας, τροπάρια, ψαλμούς, αιτήσεις, εκφωνήσεις. ο δε δεύτερος να δεικνύη ότι δεν ανέχεται την μανiαν αυτήν και να την σκώπτη και να την χλευάζη. Ο Νταραδήμος, εις το γωνιαίον ακριβώς στασίδι έλεγεν ως να ήτο uποβολεύς: - «Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω. εδίψησέ σε η ψυχή μου». Και ο προεστώς του χορού, εις το γιουδέκι άνωθεν του δεσποτικού, επανελάμβανεν. - «Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω». Και ο Κονόμος όστις ευρίσκετο δύο ή τρία στασίδια παρε μπρός, στρεφόμενος προς τους περί αυτόν.


- Τ' ακούτε, χριστιανοί;... τ' ακούσατε; και δεν ξέραμε να τον παίρναμε αποβραδύς στα σπίτια μας, να μας τα πη όλα!... Θα γλυτώναμε απ' τον κόπο να 'ρθούμε στην εκκλησιά. Και οι χριστιανοί μετά δυσκολίας έπνιγον τους γέλωτας.


Είτα πάλιν, όταν ο ψάλτης ήρχισε:


- «Δεύτε ίδωμεν πιστοί, πού εγεννήθη ο Xριστός...» Ο Νταραδήμος συνέψαλλε μαζί του, και ο γερο-Κονόμος: - Τον ακούτε, βρε παιδιά... ανόητοι που παν και κοπιά ζουν για να μάθουν ψαλτικά... δεν τον παίρνουν δάσκαλο, να τους μάθη τζάμπα! Και οι παρεστώτες ακουσίως εμειδίων. Ακολούθως, μίαν στιγμήν πριν ο παπα-Mανωλής να εκφωνήση: «Συ γαρ ει ο Bασιλεύς της ειρήνης...»,


ο Νταραδήμος απήγγελλε: «Συ γαρ ει ο Bασιλεύς...» Κι ο γερο-Κονόμος: - Τ' ακούσατε, χριστιανοί; Δυο λειτουργίες κάνουμε τώρα... Πάνε και σκοτίζονται και πληρώνουν για να γένουν παπάδες... δεν βάζουν τον Νταραδήμο, που είναι ο ίδιος και παπάς και διάκος και ψάλτης.


Μετά πέντε λεπτά κάποιος μικρός συγκλονισμός εφάνη εντός του χορού, μεταξύ του κύκλου ολίγων μαγκών και μαθητών του Ελληνικού σχολείου, οίτινες περιεβόμβουν τα αναλόγια. Επρόκειτο να κανοναρχήσουν τας «προαιρέσεις».


Τον ειρμόν της θ΄ ωδής, όστις τελιώνει εις τας λέξεις «όση πέφυκεν η προαίρεσης, δίδου», άδηλον αν ο κυρ Αναγνώστης της Ευγενίτσας ή ο μπαρμπ' Αναγνώστης ο Παρθένης ή άλλος τις προγενέστερος αυτού, τον ηρμνήνευσεν ότι εσήμαινε να δίδωνται, χάριν της ημέρας, προαιρετικά φιλοδωρήματα εις τον κανονάρχον, και είχεν εισαχθεί έθιμον, όταν το παιδίον το κανοναρχούν ετελείωνε τον στίχον εκείνον, να περιέρχεται τείνον ανοικτόν το Μηναίον, προς τους προεστούς και άλλους κατόχους των στασιδίων, οίτινες εφιλοτιμούντο να ρίπτωσιν εντός του βιβλίου αργυρά κέρματα, τουρκικά, σπανίως κανέν σβάντζικον, δια ν' «ασημώσουν» τον κανονάρχον. Αυτήν την νύκτα ηθέλησεν επιμόνως να «πη τας προαιρέσεις», ο γυιός του παπα-Μανωλή, ο Αλέκος, και ήρπασεν αυθαιρέτως το Μηναίον από τας χείρας του άλλου Αλέκου, όστις ήτο ανεψιός του προεστού και γυιός του ψάλτου. Είτα, όταν ο Αλέκος εκανονάρχησεν έως το «δεινόν παιδοκτόνον εγκατέλιπον παιζόμενον» πριν αρχίση το «Στέργειν μεν ημάς» μετεμελήθη κι έκραξε τον συνονόματόν του.


- Τι Θέλεις; - Δεν λέω εγώ τας «προαιρέσεις» ντρέπουμαι. πες τις εσύ. Ο άλλος Αλέκος ήρπασεν απλήστως το Μηναίον, κ' εκανονάρχησε τας «προαιρέσεις».


Ευθύς τότε έτρεξε γύρω γύρω τείνων το βιβλίον δια να τον ασημώσουν. Εκεί κάτω από το Δεσποτικόν, εν αγυιόπαιδον εξάμωσε την χείρα δια να του αρπάση ένα πενηνταράκι. Ο Αλέκος έκαμε να κλείση το Μηναίον. Άλλος μάγκας, ο Αλλοιβαβαίος καλούμενος, κατέφερεν ένα κτύπον εις το βιβλίον και το ανέτρεψε. Τα αργυρά κέρματα εχύθησαν μετά κρότου κάτω εις τας πλάκας. Δύο ή τρία παιδία έκυψαν μετά θορύβου κάτω αναζητούντα να εύρουν τ' αργυρά νομίσματα. Ο πλέον κερδισμένος απ' όλους εβγήκεν ο Νικολός του Διανέλου, όστις χωρίς να λάβη τον κόπον να κύψη κάτω, είδεν εν σβάντζικον και δύο άλλα μικρότερα κέρματα, κ' επρόφθασε να τα πλακώση με το πέλμα των ποδών του. Έπειτα, αναβλέψας και ιδών τους γέρους να σταυροκοπούνται -επειδή την στιγμήν εκείνην εψάλλετο το ακροτελεύτιον «την χάριν δε, Παρθένε, νέμοις άχραντε, προσκυνήσαι το κλέος», τους εμιμήθη κι αυτός, με πολλήν ευλάβειαν.


Τέλος, εμβήκαν εις την καθ' αυτό λειτουργίαν, ήτις διεξήχθη πολύ σύντομα. Περί το τέλος ακριβώς, πριν ο παπάς είπη το «Μετά φόβου Θεού», κάτω από το τελευταίον στασίδιον, ηκούσθη και πάλιν η φωνή του γερο-Νταραδήμου:


- Κύριε, Κύριε, άνοιξον ημίν... «Μετά φόβου Θεού, πίστεως!... Ευλογημένος ο ερχόμενος... Ο γερο-Κονόμος, στραφείς με την μίαν πλάτην προς αυτόν, έκαμε μισόν σταυρόν. - Κύριε ελέησον' .... προσκυνάτε, χριστιανοί!... καταδώ, κατά τον Νταραδήμο, γυρίστε! Κ' επήγε ν' ασπασθή και να λάβη το αντίδωρον.
Εξω, εις τα στενά σοκάκια του βορείου υψηλού χωρίου, ολίγον είχε πιάσει το χιόνι, εμαίνετο ο βορράς. Ο Νταραδήμος είχεν ανάψει το φαναράκι του, ο καπετάν Κονόμος τον ηκολούθει μακρόθεν.


- Καρτέρει κ' εμένα, Δήμο, να μ' φέξης λιγάκι. Όπισθεν του γερο-Κονόμου ήρχετο η Χρήσταινα η Ντελησυφέρω με τον εγγονόν της.


- Καλή χρονιά γείτονα, βοήθειά μας ο Xριστός!


- Καλή ψυχή, γειτόνισσα! Επροχώρησαν ομού ολίγα βήματα. Έφθασαν εις την αυλήν της οικίας του γερο-Κονόμου.


- Έρχεσαι να κάμουμε μια δουλειά, Δήμο; λέγει ούτος. Εσένα η γριά σ' βαριέται, δεν θα σόχη ζεστασιά. Εμένα η Κονόμισσα θα μόχη κάτι τι. Aνεβαίνεις; Εγώ δεν έχω ύπνο.


- Καλά, θα σας στείλω κ' εγώ τηγανίτες αλειψές, είπεν η Ντελησυφέρω.


- Μετά χαράς θα τις δεχτούμε, γειτόνισσα.


Ανέβηκαν οι δύο εις το αρχοντικόν του γερο-Κονόμου. Εστρώθησαν εις τα πλούσια μεντέρια, σιμά εις το παφλάζον πυρ της εστίας. τα φουσκάκια (ή τους λοκμάδες) τα είχε έτοιμα η γερόντισσα. Το φαγί το είχε κατεβασμένο, και δεν είχε ρίψει το ρύζι δια την σούπαν, πριν έλθη ο γέρος να της πη. Μετά δέκα λεπτά έφθασεν η Ντελησυφέρω, φέρουσα και τηγανίτες. Φαίνεται θα τις είχεν έτοιμες η χήρα, η νύφη της. Μετ' ολίγον ήλθε και ο παπα-Μανωλής, όστις τώρα μόλις ετελείωσεν από την εκκλησίαν, ακολουθούμενος από τον υιόν του Αλέκον, τον οποίον συνώδευε και ο άλλος Αλέκος. Ερρίφθησαν εις τα φουσκάκια. Ο Αλέκος του παπά δάγκανεν εν, εκαίετο και το εφύσα. Ο άλλος ο συνονόματός του, έτρωγεν ανά δύο-δύο, χωρίς να καίεται. Η φιάλη με την μαστίχαν έκαμε δύο-τρεις γύρους. Τέλος ο γερο-Κονόμος λέγει εις τον Νταραδήμον:


- Θα μας πης τώρα και κανένα τροπαράκι για την καλή χρονιά; Μην εξέχασαν κανένα οι ψάλτηδες και δεν το είπαν;


- Αληθινά, είπεν ο Νταραδήμος, απαράτησαν ένα μεγαλυνάριο, δεν ξέρω πώς τους ήρθε. «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την Αγνήν Παρθένον, την γεννησαμένην Xριστόν τον Βασιλέα». Μυστήριον ξένον...




Αλ. Παπαδιαμάντης

24 Μαΐου 2007

Ακόμη βρέχει...



Ακόμη βρέχει.

Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει.

Κι αιωνίως θα κυκλο-φορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη

ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.


ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ

21 Μαΐου 2007

ΕΛΕΝΗ






Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το κα-

λοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Ολα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Ε-

σένα!

Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας

λογαριάζει πια ο καιρός


Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρι-

νές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία

μας

Κι είμαστε - σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -

Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΕΛΕΝΗ

20 Μαΐου 2007

ΕΛΕΥΣΙΝΑ....







Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
Κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
Τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
Και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
Ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
Τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες
Και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
Κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
Τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
Αδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς
Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ - ΤΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

19 Μαΐου 2007

Καλός καιρός/ μετακίνηση




Στην πολιορκημένη Μητρόπολη ο έρωτας του Άλκη και της Έλλης θα κάνει να ξεσπάσει στους δρόμους και τις πλατείες μια γιορτή στα όρια της ςξέγερσης και θα φωτίσει τον ουρανό ολόκληρο.
ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΡΑ







15 Μαΐου 2007

Kλέφτες στη σκέψη


Kλαίγοντας περιγράφει
πώς ρήμαξαν το σπίτι της ληστές
της πήρανε χρυσαφικά και βίασαν οι άθλιοι
γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Eμένα έχει χρόνια να πατήσει
κλέφτης το πόδι του στο σπίτι
ούτε για καφέ.
Eπίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

Kάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι
να βρώ σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν
με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα
από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο
και στη σπανή αφή μου να 'χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται η διάψευσή τους

κι απ' την κουζίνα να 'ρχεται με το πάσο του ατμός
ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (από το Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998)

14 Μαΐου 2007

ΣΙΕΝΑ....


Από 5 Ιουνίου.....

13 Μαΐου 2007

Στο Λαύριο γίνεται χορός



Έριξα πέτρα στο πηγάδι

για να βρώ νερό

ένα χρυσό φλουρί στον Άδη

και σε καρτερώ.


Δεν έχω ελπίδα να χαρώ

τη χάρη σου μεσ' το χορό.

Ποιός είν' απόψε ο τυχερός

στο Λαύριο γίνεται χορός.

Ποιός είν' απόψε ο τυχερός

στο Λαύριο γίνεται χορός.

Ψυχή στο βράχο καρφωμένη

με εφτά καρφιά

Μπόρα πικρή σε περιμένει

Και μια συννεφιά

Εφτά καρφιά εφτά παιδιά

Μου 'χουν ματώσει την καρδιά.


Ποιός είν' απόψε ο τυχερός

στο Λαύριο γίνεται χορός.

Ποιός είν' απόψε ο τυχερός

στο Λαύριο γίνεται χορός.


Μια σπίθα ανάβει

μέσα απ' τη σβησμένη πυρκαγιά

Κι είναι κερί που καίει τη νύχτα

μπρος στην Παναγιά.


Ποιός είν' απόψε ο τυχερός

στο Λαύριο γίνεται χορός.
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ - ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ

Πάει ο καιρός ....


"Πάει ο καιρός πάει ο καιρός

που ήταν ο κόσμος δροσερός

και καθ' αυγή ξεκινούσε μια πληγή

για να ποτίσει όλη τη γη..."
Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ - ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ


12 Μαΐου 2007

Η άνω τελεία....






Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι·μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης

και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,τι πόθους και τι πάθος

,πήραμε τη ζωή μας·

λάθος!κι αλλάξαμε ζωή.


Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, ΑΡΝΗΣΗ

10 Μαΐου 2007

ΠΕΣ ΜΟΥ....





Πες μου παππού πες μου παππού, αυτός ο κόσμος πάει που

και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία

να το συλλάβω δε μπορώ, μυαλό δεν έχω κοφτερό

ήμουνα κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία


Πες μου γιαγιά πες μου γιαγιά γιατί αν δεν έχουμε μαγιά

ό,τι κι αν κάνουμε γιαγιά η ζύμη δε φουσκώνει

και πες μου σε παρακαλώ όταν τ’ αλεύρι είναι καλό

πως αυγαταίνει το κιλό και βγαίνουνε δυο τόνοι


Πές μου μπαμπά πές μου μπαμπά τον κόσμο με τον αραμπά γιατί να τον περάσεις.

Τώρα δεν πιάνεται μπαμπά

πετάει τρέχει κολυμπά - μ’ ένα λαχάνιασμα μπαμπά

στη σκέψη και στις πράξεις


Πες μου μαμά πές μου μαμά γιατί όταν πάω σινεμά

ενώ αλλάζω σινεμά το έργο δεν αλλάζει

Έρχεται ο άγριος μαμά για νταηλίκι κι αχταρμά

ψήνει τον ήμερο μαμά τον τρώει και ησυχάζει


Πες τε μου όλοι σας καλέ, πως κάνουνε στο κυριλέ

πως κάνουνε στο κυριλέ τα πάντα οι μεγάλοι

και τα στραβόμοιρα καλέ τα κρύβουν σε Γεντί Κουλέ

έτσι και κάψουν αργιλέ και στρώσουνε κεφάλι

να χαχανίσουν τη ζωή -και τούτη κι όποια άλλη



ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ

06 Μαΐου 2007

Η συντομία του ονείρου






Η Συντομία του Ονείρου
Καρούζος Nίκος

Tρέχει μέσ' στα χαράματα το ελάφι

που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος

εδώ που κατοικώ

ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.

Iδού ο Tρέχων έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.

Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Tρέχων

και το σύρουν άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.

Mέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω

προς τον άγνωστο προορισμό μου.

05 Μαΐου 2007

ΓΙΟΡΤΗ......









ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕ ΧΘΕΣ
ΜΑ ΤΟ ΒΡΗΚΑ...
ΗΤΑΝ Η ΔΕΚΑΕΠΤΑΧΡΟΝΗ ΠΛΕΟΝ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ.....

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ


Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ

Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου…
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ - ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

01 Μαΐου 2007

Έβγαλε βρώμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε.....


Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε

Είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα

Και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσατε

Στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
Αλλάξαν λέει τα ανεμολόγια και οι ορίζοντες
Μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
Τώρα δημόσια θα 'χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίσαντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
Είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
Ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
Κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
Τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
Όνειρα ξένα αλλά και αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
Τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουνε και για χαμόμηλο
Την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
Την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο
Κ. ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ - ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ